Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

θρόμβωση

thrombosis_A.jpg
Η θρόμβωση είναι κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως με 1 στους 4 ανθρώπους να πεθαίνουν εξαιτίας της.
Στην Ελλάδα 50.000 άτομα κάθε χρόνο σκοτώνει η φλεβική θρομβοεμβολική νόσος, ενώ 35.000 άνθρωποι στη χώρα μας κάθε έτος παθαίνουν εγκεφαλικά επεισόδια και 20.000 εμφράγματα μυοκαρδίου.

Επιπλέον 300.000 Έλληνες πάσχουν από κολπική μαρμαρυγή αλλά ένα μεγάλο ποσοστό αυτών δεν έχει καθόλου συμπτώματα και αγνοεί τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου.

Τα παραπάνω ανέφεραν οι ειδικοί σε συνέντευξη τύπου με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θρόμβωσης, που εορτάζεται κάθε χρόνο στις 13 Οκτωβρίου.

Δυστυχώς μόνο 7% των ατόμων παγκόσμια ανησυχούν για τη θρόμβωση και τους κινδύνους της, όταν νοσήσουν, ανέφερε ο κ. Γιώργος Ανδρικόπουλος, Πρόεδρος του Ινστιτούτου Μελέτης και Εκπαίδευσης στη Θρόμβωση και την Αντιθρομβωτική  Αγωγή (ΙΜΕΘΑ).

Όπως εξήγησε η θρόμβωση και η αντιμετώπισή της είναι αντικείμενο πολλών ειδικοτήτων, και για το λόγο αυτό στη χώρα μας, συμμετέχουν στον εορτασμό 16 επιστημονικές εταιρείες, η κάθε μία από τις οποίες έχει διαφορετικά επιστημονικά δεδομένα για την νόσο.
 
«Η φλεβική θρομβοεμβολική νόσος είναι η κύρια αιτία ενδονοσοκομειακών θανάτων παγκόσμια, που όμως θα μπορούσε  να προληφθεί αν κάθε νοσοκομείο της χώρας μας ήταν υποχρεωμένο να κάνει εκτίμηση του θρομβοεμβολικού κινδύνου σε κάθε ασθενή που κάνει εισαγωγή και άρα εφάρμοζε και τα κατάλληλα μέτρα πρόληψης σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες» τόνισε ο κ. Ανδρικόπουλος

Την ίδια στιγμή στη χώρα μας το 3% του πληθυσμού άνω των 14 ετών πάσχει από κολπική μαρμαρυγή. Υπολογίζεται ότι στην Ελλάδα σήμερα υπάρχουν περίπου 300.000 άτομα με κολπική μαρμαρυγή, ενώ εκτιμάται ότι η κολπική μαρμαρυγή αποτελεί την αιτία για το 15% του συνόλου των 15.000.000 εγκεφαλικών επεισοδίων, που καταγράφονται κάθε χρόνο παγκόσμια. Στη χώρα μας μάλιστα το πρόβλημα θα διογκωθεί περισσότερο τα προσεχή έτη γιατί στις ηλικίες άνω των 75 ετών η συχνότητα της κολπικής μαρμαρυγής ξεπερνά το 10% όπως προειδοποιούν οι επιστήμονες.

Με δεδομένη μάλιστα τη συνεχή αύξηση του αριθμού των ηλικιωμένων στον ελληνικό πληθυσμό, το πρόβλημα της σχετιζόμενης με την κολπική μαρμαρυγή θρομβοεμβολικής νόσου θα αποτελέσει έναν εφιάλτη όχι μόνο για το σύστημα υγείας αλλά και για τη δημοσιοοικονομική ισορροπία της χώρας αφού διεθνείς στατιστικές δείχνουν ότι 10 - 40% των ατόμων με κολπική μαρμαρυγή έχουν ανάγκη νοσηλείας κατά τη διάρκεια ενός έτους.

«Η υιοθέτηση των βασικών αρχών της μεσογειακής διατροφής, η άσκηση, η αντιμετώπιση της υπέρτασης έγκαιρα  και το ηλεκτροκαρδιογράφημα όταν κάποιος αισθάνεται ότι η καρδιά του κτυπά γρήγορα και ακανόνιστα είναι οι πλέον βασικοί παράγοντες πρόληψης της νόσου. Η κολπική μαρμαρυγή θεραπεύεται σε μεγάλο ποσοστό, είτε με αντιαρρυθμική φαρμακευτική αγωγή είτε με επέμβαση κατάλυσης (ablation). Απαιτείστε από το γιατρό σας ενημέρωση για την καλύτερη μέθοδο αντιμετώπισής της για τη δική σας περίπτωση» επεσήμανε ο κ. Ανδρικόπουλος.

Το έμφραγμα του μυοκαρδίου, επεσήμανε ο κ. Δημήτρης Ρίχτερ, Αντιπρόεδρος του ΙΜΕΘΑ, είναι μία ακόμα θανατηφόρα μορφή θρόμβωσης, με 20.000 νέα εμφράγματα μυοκαρδίου να συμβαίνουν κάθε χρόνο στη χώρα μας.

Η σοβαρή οικονομική κρίση έχει δυστυχώς συνέπειες και στην περίπτωση του εμφράγματος του μυοκαρδίου αφού 1 στους 6 εγκαταλείπει την υπολιπιδαιμική αγωγή λόγω της αυξημένης οικονομικής δαπάνης για την προμήθεια φαρμάκων σύμφωνα με στοιχεία από το πρόγραμμα πρόληψης του ΕΛΙΚΑΡ, στο οποίο συμμετέχουν 60.000 άτομα.
Η ενημέρωση ασθενών και επαγγελματιών υγείας, αντιμετώπιση παραγόντων κινδύνου από την παιδική ηλικία κι έγκαιρη και αποτελεσματική θεραπεία όπου χρειάζεται, μπορούν να προλάβουν τη θρόμβωση τονίζουν οι ειδικοί.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει θέσει ως στόχο τη μείωση των θανάτων από τη Θρόμβωση κατά 25% ως το 2025. «Είναι ένας στόχος απολύτως εφικτός» τονίζουν οι ειδικοί  φτάνει βέβαια να υιοθετήσουμε όλοι ένα υγιεινό τρόπο ζωής και να ακολουθείτε σε όσους είναι απαραίτητη η κατάλληλη θεραπεία.
stogiatro.gr

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017


Αν δεν βλέπετε σωστά αυτό το email πατήστε εδώ
-
-
-
Η καρδιακή τροπονίνη ως εργαλείο διαστρωμάτωσης κινδύνου στα πλαίσια πρωτογενούς πρόληψης
Η μελέτη WOSCOPS από τη Σκωτία ήταν μια μελέτη πρωτογενούς πρόληψης στην οποία άνδρες με αυξημένη LDL-χοληστερόλη τυχαιοποιήθηκαν σε 40 mg πραβαστατίνη ή placebo. Σε 3.318 από αυτούς, στους οποίους μετρήθηκε η τροπονίνη Ι (με υψηλής ευαισθησίας μέθοδο) στη βασική κατάσταση και στον 1 χρόνο, διαπιστώθηκε ότι η τροπονίνη ήταν ανεξάρτητος προγνωστικός δείκτης εμφράγματος ή θανάτου με περίπου 2,5 φορές υψηλότερο κίνδυνο στο ανώτερο τεταρτημόριο (≥5,2 ng/l) σε σχέση με το χαμηλότερο (≤3,1 ng/l). Η μεταβολή της συγκέντρωσης της τροπονίνης στον 1 χρόνο σχετιζόταν επίσης με τον κίνδυνο εμφράγματος ή θανάτου. Οι άνδρες που πήραν πραβαστατίνη παρουσίασαν μεγαλύτερη μείωση της τροπονίνης, με διπλάσιο αριθμό σε σύγκριση με το placebo να βρίσκεται στο ανώτερο πεμπτημόριο μείωσης της τροπονίνης (αυτή η ομάδα είχε και το χαμηλότερο κίνδυνο συμβαμάτων κατά την παρακολούθηση, 1,4% στην πενταετία). Η προγνωστική σημασία της μείωσης της τροπονίνης ήταν ανεξάρτητη της μείωσης της χοληστερόλης.
Το γεγονός ότι οι βασικές τιμές τροπονίνης σε άτομα χωρίς γνωστή στεφανιαία νόσο μπορεί να είναι προγνωστική αγγειακών συμβαμάτων έχει αναφερθεί και σε παλαιότερες δημοσιεύσεις, αφού με την έλευση των υψηλής ευαισθησίας μεθόδων μέτρησης κατέστη δυνατή η ποσοτικοποίηση πολύ μικρών συγκεντρώσεων στον ορό σε «υγιή» άτομα.
Παραπομπή
Ford I, Shah ASV, Zhang R, et al.  High-Sensitivity Cardiac Troponin, Statin Therapy, and Risk of Coronary Heart Disease. J Am Coll Cardiol. 2016 Dec 27;68(25):2719-28.
Everett BM, Zeller T, Glynn RJ, et al. High-sensitivity cardiac troponin I and B-type natriuretic Peptide as predictors of vascular events in primary prevention: impact of statin therapy. Circulation. 2015 May 26;131(21):1851-60.
de Lemos JA, Drazner MH, Omland T, et al. Association of troponin T detected with a highly sensitive assay and cardiac structure and mortality risk in the general population. JAMA. 2010 Dec 8;304(22):2503-12.

Βήτα-αποκλειστές μετά από έμφραγμα σε ηλικιωμένους και με κακή λειτουργική κατάσταση ασθενείς
Σε μια ενδιαφέρουσα μελέτη που δημοσιεύεται στο JAMA Internal Medicine αναδεικνύεται ότι η συνταγογράφηση ορισμένων φαρμάκων σε ηλικιωμένους και ιδιαίτερα σε εκείνους με γνωσιακή έκπτωση και επηρεασμένη λειτουργικότητα απαιτεί προσεκτικό ζύγισμα του οφέλους έναντι των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι β-αποκλειστές σε εμφραγματίες είναι γνωστό ότι συνδέονται με μείωση της θνησιμότητας κατά 25-30%.
Αμερικανοί ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 15.270 ασθενείς άνω των 65 ετών που ζουν σε οίκους ευγηρίας ή άλλες παρόμοιες δομές υποβοηθούμενης διαβίωσης και υπέστησαν οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Εξ αυτών, περί το 60% έλαβε β-αποκλειστές μετά το έμφραγμα. Η ανάλυση έγινε με υπολογισμό βαθμολογίας επιρρέπειας (propensity score) βάσει της οποίας δημιουργήθηκαν δύο συγκρίσιμες κοόρτες 5.496 ασθενών η καθεμιά (η μία περιελάμβανε ασθενείς που έλαβαν και η άλλη ασθενείς που δεν έλαβαν β-αποκλειστές). Η μελέτη επιβεβαίωσε ό,τι γνωρίζουμε για το όφελος των β-αποκλειστών στους μετεμφραγματικούς ασθενείς μειώνοντας τον κίνδυνο θανάτου κατά 26% (95% διάστημα αξιοπιστίας 17-33%). Ωστόσο, αυτή η ευεργετική δράση συνοδεύτηκε από αυξημένο κίνδυνο κατά 14% (95% διάστημα αξιοπιστίας 2-28%) σημαντικής έκπτωσης της λειτουργικότητας των ασθενών (στην κλίμακα Morris εκτέλεσης των καθημερινών δραστηριοτήτων). Ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερος σε αυτούς που είχαν μέτρια ή σοβαρή άνοια. Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η μελέτη, αν και περιέλαβε μεγάλο αριθμό ασθενών, δεν ήταν τυχαιοποιημένη, αλλά παρατηρησιακή (επομένως οι αρχικές ομάδες ασθενών ήταν μη συγκρίσιμες ως προς τα βασικά τους χαρακτηριστικά). Ωστόσο, η ανάλυση μετά από propensity score matching είναι η πιο αξιόπιστη ίσως μέθοδος εξαγωγής συμπερασμάτων από ένα τέτοιο σύνολο δεδομένων.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή άνοια η χορήγηση β-αποκλειστών θα πρέπει να συνοδεύεται από αυξημένη εγρήγορση και παρακολούθηση της γνωσιακής κατάστασης και της λειτουργικής κατάστασης των ασθενών αυτών, αφού μακρότερη επιβίωση δεν σημαίνει και καλύτερη επιβίωση.
Παραπομπές
Steinman MA, Zullo MR, Lee Y, et al. Association of beta-blockers with functional outcomes, death, and rehospitalization in older nursing home residents after acute myocardial infarction. JAMA Intern Med 2016; DOI:10.1001/jamainternmed.2016.7701.

ICD σε μη ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια

-
-
- Μετα-ανάλυση: ICD σε μη ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια
Οι εμφυτευόμενοι απινιδωτές θεωρούνται σήμερα ένα αποτελεσματικό εργαλείο για την πρόληψη του αιφνιδίου καρδιακού θανάτου, τουλάχιστον σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών υψηλού κινδύνου. Ωστόσο, στην καρδιακή ανεπάρκεια τα δεδομένα για την αποτελεσματικότητά τους προέρχονται κυρίως από μελέτες που περιέλαβαν περισσότερους ασθενείς με ισχαιμική μυοκαρδιακή νόσο. Η μελέτη DANISH ήρθε πρόσφατα να κλονίσει την πίστη στην αποτελεσματικότητα των ICD σε ασθενείς με μη ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια.
Σε μια μετα-ανάλυση, η οποία δημοσιεύεται στο Circulation και επικεντρώθηκε ακριβώς σε αυτήν την ομάδα ασθενών συμπεριλαμβάνοντας και τις μελέτες DANISH και COMPANION φαίνεται ότι ο ICD συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο θνησιμότητας. Συγκεκριμένα, περιελήφθησαν 2.970 ασθενείς με μη ισχαιμική καρδιοπάθεια από 6 τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές. Ο απινιδωτής συσχετίστηκε με 23% (95% διάστημα αξιοπιστίας 9-36%) μειωμένο κίνδυνο θανάτου από οποιοδήποτε αίτιο. Στην ανάλυση των μελετών που συνέκριναν τον απινιδωτή μόνο με τη βέλτιστη φαρμακευτική αγωγή τα αποτελέσματα ήταν παρόμοια, δείχνοντας μείωση του κινδύνου θνησιμότητας κατά 24% (95% διάστημα αξιοπιστίας 6-38%).
Σε κάθε περίπτωση, τα δεδομένα των μετα-αναλύσεων δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις καλής ποιότητας τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, οι οποίες ενδεχομένως στο μέλλον θα δώσουν περισσότερες απαντήσεις για τη χρησιμότητα του ICD στις διάφορες υποκατηγορίες ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια/μυοκαρδιοπάθειες.
Παραπομπή
Golwala H, Bajaj NS, Arora G, Arora P. Implantable Cardioverter-Defibrillator for Non Ischemic Cardiomyopathy: An Updated Meta-Analysis. https://doi.org/10.1161/CIRCULATIONAHA.116.026056.

Γυναίκες με υπέρταση

Γυναίκες με υπέρταση στη μέση ηλικία έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο άνοιας

  • Iatronet
Γυναίκες με υπέρταση στα 40 είχαν 65% υψηλότερο κίνδυνο άνοιας, έδειξε νέα έρευνα.
Γυναίκες που εμφανίζουν υπέρταση στη μέση ηλικία έχουν υψηλότερο κίνδυνο άνοιας μελλοντικά, αλλά το ίδιο δεν συμβαίνει στους άντρες, σύμφωνα με έρευνα του Kaiser Permanente in Oakland, στην Καλιφόρνια.
Ενώ έρευνες έχουν υποδείξει σχέση μεταξύ υπέρτασης και κινδύνου για άνοια, στόχος της νέας έρευνας ήταν να διαπσιτώσει αν  η σχέση ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία και το φύλο.
Ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία της αρτηριακής πίεσης, που αποκτήθηκαν μεταξύ  1964 και 1973 – όταν η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 33 ετών- και μεταξύ 1978 και 1985, όταν η μέση ηλικία ήταν τα 44.
Εντόπισαν πάλι τους συμμετέχοντες από το 1996 έως το 2015 και διαπίστωσαν ότι κατά το διάστημα αυτό, 532 συμμετέχοντες είχαν διαγνωστεί με άνοια.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, γυναίκες με υπέρταση στην ηλικία των 30 δεν είχαν μεγαλύτερο κίνδυνο άνοιας σε σχέση με αυτές που είχαν φυσιολογική πίεση, αλλά όσες είχαν υπέρταση στα 40 είχαν 65% υψηλότερο κίνδυνο άνοιας.
Οι ερευνητές δεν ανακάλυψαν σχέση μεταξύ της υπέρτασης στους άντρες σε αυτές τις ηλικιακές ομάδες και του κινδύνου για άνοια.
Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο Neurology, έγινε σε  7.238 ενήλικες.

γυναίκες και καρδιοπάθεια

  • Iatronet
Τα ευρήματα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέες αγωγές για την πρόληψη της καρδιοπάθειας καθώς ο άνθρωπος μεγαλώνει.
Ερευνώντας γιατί η καρδιοπάθεια γενικά εμφανίζεται αργότερα στις γυναίκες παρά στους άντρες, ερευνητές ανακάλυψαν ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ γυναικείων ορμονών και μορίου του βιολογικού ρολογιού προστατεύουν την υγεία της καρδιάς των γυναικών καθώς γερνούν.
Τα ευρήματα, που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Cardiovascular Research, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέες αγωγές για την πρόληψη της καρδιοπάθειας καθώς ο άνθρωπος μεγαλώνει.
Η Tami Martino, καθηγήτρια του University of Guelph στο Οντάριο, δήλωσε ότι πρόκειται για την πρώτη έρευνα που δείχνει σχέση μεταξύ γυναικείων ορμονών, του κιρκαδιανού μηχανισμού και της παρατήρησης ότι οι γυναίκες έχουν σημαντική προστασία από την καρδιοπάθεια σε σύγκριση με τους άντρες.
Σε παλαιότερες έρευνες, η συγκεκριμένη ομάδα ανακάλυψε ότι το έμφραγμα είναι χειρότερο στους άντρες έναντι γυναικών παρόμοιας ηλικίας.
Η έρευνα ανακάλυψε επίσης ότι το έμφραγμα στους άντρες ήταν πιο έντονο κατά τη διάρκεια του ύπνου.
Αυτό οδήγησε στην ιδέα ότι ο κιρκαδιανός μηχανισμός θα μπορούσε να εργάζεται διαφορετικά στις καρδιές αντρών και γυναικών.
Οι ερευνητές μελέτησαν ποντικούς μεγάλης ηλικίας με μετάλλαξη στο γενετικό ρολόι που αποσυγχρονίζει τον κιρκαδιανό ρυθμό.
Ανακάλυψαν ότι τα καρδιακά κύτταρα των θηλυκών ποντικών είναι διαφορετικά από αυτά των αρσενικών.
Οι αρσενικές καρδιές είχαν χειρότερα προφίλ γλυκόζης και ενέργειας. Αντίθετα, θηλυκές καρδιές είχαν υγιεινό προφίλ καρδιολιπίνης και καλύτερη ενέργεια.
Ωστόσο, το πλεονέκτημα για τις γυναίκες χάθηκε όταν αφαιρέθηκαν οι ωοθήκες- σαφές σημάδι  ότι οι ορμόνες, όπως τα οιστρογόνα, προστατεύουν την καρδιά ακόμα και όταν ο κιρκαδιανός μηχανισμός διαταράσσεται, δήλωσε η Martino.
Τα ευρήματα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κλινικά οφέλη για γυναίκες και άντρες, πρόσθεσε.

Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

Νόμπελ Ιατρικής 2017

Φυσικοί και Φυσική από το διαδίκτυο

Νόμπελ Ιατρικής 2017 για τον μοριακό μηχανισμό που ελέγχει τον κιρκαδιανό ρυθμό

Posted on 02/10/2017


nobel_med
Τρεις ερευνητές, οι Τζέφρι Χαλλ (Jeffrey C. Hall), Μάικλ Ρόσμπας (Michael Rosbach) και Μάικλ Γιανγκ (Michael W. Young), μοιράζονται φέτος το Νόμπελ Ιατρικής/Φυσιολογίας για τη μελέτη τους σχετικά με τον μοριακό μηχανισμό που ελέγχει τον κιρκαδιανό ρυθμό, σύμφωνα με την σχετική ανακοίνωση της επιτροπής των βραβείων.
Η ζωή στη Γη είναι προσαρμοσμένη στην περιστροφή του πλανήτη μας γύρω από τον άξονά της. Γνωρίζουμε ότι οι ζωντανοί οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων, έχουν ένα εσωτερικό βιολογικό ρολόι που τους βοηθά να προβλέπουν και να προσαρμόζονται στον κανονικό ρυθμό της ημέρας. Αλλά πως λειτουργεί αυτό το ρολόι; Οι Jeffrey C. Hall, Michael Rosbash και Michael W. Young κατάφεραν να μελετήσουν το βιολογικό μας ρολόι και να αποσαφηνίσουν την εσωτερική του λειτουργία. Τα ευρήματά τους εξηγούν πως τα φυτά, τα ζώα και οι άνθρωποι προσαρμόζουν τον βιολογικό τους ρυθμό έτσι ώστε να συγχρονίζονται με την 24ωρη περιστροφή της Γης.
Χρησιμοποιώντας μύγες φρούτων (την γνωστή Δροσόφιλα) σαν πρότυπο οργανισμού, οι ερευνητές που βραβεύθηκαν το φετινό Νόμπελ Ιατρικής απομόνωσαν ένα γονίδιο που ελέγχει τον καθημερινό βιολογικό ρυθμό. Έδειξαν ότι το γονίδιο αυτό κωδικοποιεί μια πρωτεΐνη που συσσωρεύεται στο κύτταρο κατά τη διάρκεια της νύχτας, αλλά μειώνεται κατά τη διάρκεια της ημέρας. Στη συνέχεια, ταυτοποίησαν κι άλλες πρωτεΐνες αυτού του μηχανισμού, αποκαλύπτοντας τον μηχανισμό που διέπει το αυτο-συντηρούμενο ρολόι μέσα στο κύτταρο.

Πλέον γνωρίζουμε ότι τα βιολογικά ρολόγια λειτουργούν με τις ίδιες αρχές και στα κύτταρα άλλων πολυκύτταρων οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων.
Με εξαιρετική ακρίβεια, το εσωτερικό μας ρολόι προσαρμόζει την φυσιολογία μας στις δραματικά διαφορετικές φάσεις της ημέρας. Το ρολόι ρυθμίζει τις κρίσιμες λειτουργίες όπως τη συμπεριφορά, τα επίπεδα των ορμονών, τον ύπνο, την θερμοκρασία του σώματος και τον μεταβολισμό. Η ευεξία μας επηρεάζεται όταν υπάρχει προσωρινή αναντιστοιχία μεταξύ του εξωτερικού περιβάλλοντος και του εσωτερικού βιολογικού ρολογιού, για παράδειγμα όταν ταξιδεύουμε σε διαφορετικές ζώνες ώρας και βιώνουμε το λεγόμενο «jet lag». Επίσης, υπάρχουν ενδείξεις ότι η χρόνια απόκλιση μεταξύ του τρόπου ζωής και του ρυθμού που υπαγορεύει ο εσωτερικός χρονομέτρης μας συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για διάφορες ασθένειες.
Eικόνα 1: Εσωτερικό βιολογικό ρολόι. Τα φύλλα του φυτού μιμόζα ανοίγουν προς τον ήλιο κατά την διάρκεια της ημέρας, αλλά κλείνουν κοντά στο σούρουπο (πάνω μέρος). Ο αστρονόμος Jean Jacques d’Ortous de Mairan  έβαλε το φυτό στο σκοτάδι (κάτω μέρος) και βρήκε ότι τα φύλλα συνεχίζουν να ακολουθούν τον καθημερινό ρυθμό τους, ακόμη και χωρίς τις διακυμάνσεις στο καθημερινό φως. Το ζητούμενο ήταν αν κιρκαδιανή συμπεριφορά σε φυτά και ζώα διέπονται από ένα ενδογενές ρολόι, ή είναι μια απλή αντίδραση σε εξωτερικά ερεθίσματα κιρκαδιανής φύσης,
Αναγνώριση του γονιδιακού ρολογιού
Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1970 ο φυσικός Seymour Benzer και ο μαθητής του Ronald Konopka, αναρωτήθηκαν αν είναι δυνατόν να εντοπιστούν γονίδια που να ελέγχουν τον κιρκαδιανό ρυθμό στην μύγα Δροσόφιλα. Έδειξαν ότι οι μεταλλάξεις σε ένα άγνωστο γονίδιο διατάραξαν το κιρκαδιανό ρολόι των μυγών. Ονόμασαν το γονίδιο αυτό περίοδο.
Όμως πως θα μπορούσε αυτό το γονίδιο να επηρεάσει τον κιρκάδιο ρυθμό;
Οι βραβευθέντες με το φετινό βραβείο Νόμπελ Ιατρικής, είχαν μελετήσει επίσης τις μύγες των φρούτων, με στόχο να ανακαλύψουν πως λειτουργεί το ρολόι. Το 1984 οι Jeffrey Hall και Michael Rosbash στο Πανεπιστήμιο Brandeis στη Βοστόνη, συνεργαζόμενοι στενά με τον Michael Young στο Πανεπιστήμιο Rockefeller στη Νέα Υόρκη, κατάφεραν να απομονώσουν το γονίδιο της περιόδου. Οι Jeffrey Hall και Michael Rosbash στη συνέχεια ανακάλυψαν ότι η πρωτεΐνη PER που κωδικοποιείται από γονίδιο περίοδος, συσσωρεύεται κατά την διάρκεια της νύχτας και ελαττώνεται κατά την διάρκεια της ημέρας. Έτσι, τα επίπεδα της πρωτεΐνης PER ταλαντώνονται κατά την διάρκεια ενός 24-ωρου κύκλου, σε συγχρονισμό με τον κιρκαδιανό ρυθμό.
Ο αυτορυθμιζόμενος μηχανισμός ρολογιού
Ο επόμενος βασικός στόχος ήταν να κατανοήσουμε πως μπορούν να δημιουργηθούν και να διατηρηθούν τέτοιες κιρκαδιανές ταλαντώσεις. Οι Jeffrey Hall και Michael Rosbash υπέθεσαν ότι η πρωτεΐνη PER μπλόκαρε την δραστηριότητα του γονιδίου της περιόδου. Υποστήριξαν ότι με έναν ανασταλτικό τρόπο ανάδρασης, η πρωτεΐνη PER θα μπορούσε να αποτρέψει την δική της σύνθεση και να ρυθμίσει το δικό της επίπεδο σε έναν συνεχή κυκλικό ρυθμό. (εικόνα 2Α).
Εικόνα 2Α: Μια απλοποιημένη απεικόνιση της ρύθμισης της ανατροφοδότησης του γονιδίου της περιόδου. Η εικόνα δείχνει την ακολουθία συμβάντων κατά την διάρκεια μιας 24ωρης ταλάντωσης. Όταν το γονίδιο της περιόδου είναι ενεργό, κατασκευάζεται το mRNA της περιόδου. Το mRNA μεταφέρεται στο κυτταρόπλασμα του κυττάρου και χρησιμεύει ως εκμαγείο για την παραγωγή της πρωτεΐνης PER. Η πρωτεΐνη PER συσσωρεύεται στον πυρήνα του κυττάρου, όπου η δράση του γονιδίου περίοδος εμποδίζεται. Αυτό δημιουργεί τον μηχανισμό ανασταλτικής ανάδρασης στον οποίο βασίζεται ένας κιρκάδιος ρυθμός.
Το μοντέλο αυτό ήταν ελκυστικό, αλλά έλειπαν μερικά κομμάτια του παζλ. Για να εμποδίσει την δραστηριότητα του γονιδίου της περιόδου, η πρωτεΐνη PER που παράγεται στο κυτταρόπλασμα, θα πρέπει να φθάσει στον πυρήνα του κυττάρου, όπου βρίσκεται το γενετικό υλικό. Οι Jeffrey Hall και Michael Rosbash είχαν δείξει ότι η πρωτεΐνη PER συσσωρεύεται στον πυρήνα κατά τη διάρκεια της νύχτας, αλλά πώς πήγαινε εκεί; Το 1994 ο Michael Young ανακάλυψε ένα δεύτερο γονίδιο ρολόι, που κωδικοποιεί την πρωτεΐνη ΤΙΜ που απαιτείται για έναν φυσιολογικό κιρκάδιο ρυθμό. Στην κομψή εργασία του απέδειξε πως όταν η ΤΙΜ συνδέεται με την PER, οι δυο πρωτεΐνες είναι ικανές να διεισδύσουν στον πυρήνα του κυττάρου όπου σταματoύν την δραστηριότητα του γονιδίου της περιόδου.
Eικόνα 2Β: Μια απλοποιημένη απεικόνιση των μοριακών συστατικών του κιρκάδιου ρολογιού.
Ένας τέτοιος ρυθμιστικός μηχανισμός ανατροφοδότησης εξήγησε πως προέκυψε αυτή η ταλάντωση των κυτταρικών πρωτεϊνικών επιπέδων, αλλά παρέμεναν ακόμα κάποιες αναπάντητες ερωτήσεις. Πως καθορίζεται η περίοδος των ταλαντώσεων; Ο Michael Young εντόπισε ακόμα ένα γονίδιο, αυτό που κωδικοποιεί τη πρωτεΐνη DBT, η οποία αποικοδομεί την πρωτεΐνη PER. Αυτό εξηγεί πως μια ταλάντωση προσαρμόζεται για να ταιριάζει περισσότερο με έναν κύκλο 24 ωρών.
Οι ανακαλύψεις αυτές καθιέρωσαν τις βασικές μηχανιστικές αρχές για το βιολογικό ρολόι. Στα απόμενα χρόνια διευκρινίστηκαν άλλα μοριακά συστατικά του βιολογικού ρολογιού, εξηγώντας την σταθερότητα και την λειτουργία του. Για παράδειγμα οι βραβευμένοι με το νόμπελ ιατρικής 2017 ταυτοποίησαν τις επιπλέον πρωτεΐνες που απαιτούνται για την ενεργοποίηση του γονιδίου της περιόδου, καθώς και για τον μηχανισμό με τον οποίο το φως μπορεί να συγχρονίσει το ρολόι.
Το βιολογικό ρολόι εμπλέκεται σε πολλές πτυχές της σύνθετης φυσιολογίας μας. Γνωρίζουμε πλέον ότι όλοι οι πολυκύτταροι οργανισμοί, μαζί με τους ανθρώπους, χρησιμοποιούν έναν παρόμοιο μηχανισμό για τον έλεγχο των κιρκάδιων ρυθμών. Ένα μεγάλο ποσοστό των γονιδίων μας ρυθμίζεται από το βιολογικό ρολόι, οπότε, ένας προσεκτικά βαθμονομημένος κιρκαδιανός ρυθμός προσαρμόζει την φυσιολογία μας στις διάφορες φάσεις της ημέρας (εικόνα 3). Από τις σημαντικές ανακαλύψεις των τριών βραβευθέντων, η κιρκάδια βιολογία έχει εξελιχθεί σε ένα τεράστιο και εξαιρετικά δυναμικό ερευνητικό πεδίο, με επιπτώσεις στην υγεία μας.
Εικόνα 3: Το κιρκαδιανό ρολόι προβλέπει και προσαρμόζει την φυσιολογία μας στις διάφορες φάσεις της ημέρας. Το βιολογικό ρολόι βοηθά στη ρύθμιση των συνηθειών του ύπνου, της διατροφικής συμπεριφοράς, της απελευθέρωσης ορμονών και της θερμοκρασίας του σώματος.

Νέα εξέταση εντοπίζει γρήγορα το έμφραγμα

  • Iatronet
Η εξέταση θα μπορούσε να επιταχύνει τη διάγνωση και να βοηθήσει τους ασθενείς να εξέλθουν πιο γρήγορα από το νοσοκομείο.
Αναπτύχθηκε νέα εξέταση αίματος για γρήγορο εντοπισμό του εμφράγματος.
Η εξέταση θα μπορούσε να επιταχύνει τη διάγνωση και να βοηθήσει τους ασθενείς να εξέλθουν πιο γρήγορα από το νοσοκομείο.
Την εξέταση ανέπτυξαν ερευνητές του King's College London και δοκιμάστηκε στην Ευρώπη. Είναι πιο γρήγορη από το σύνηθες τεστ εντοπισμού και μπορεί γρήγορα να αποκλείσει το έμφραγμα σε περισσότερους ανθρώπους.
Το τεστ χρησιμοποιεί παρόμοια τεχνολογία με αυτή της εξέτασης τροπονίνης αλλά αναλύει το επίπεδο της πρωτεΐνης cMyC. Τα επίπεδά της στο αίμα αυξάνουν πιο γρήγορα μετά το έμφραγμα και σε μεγαλύτερη έκταση από την τροπονίνη, επομένως μπορεί να αποκλείσει το έμφραγμα σε μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών αμέσως.
Ο Nilesh Samani, του British Heart Foundation, σημείωσε για την έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο Circulation, ότι τα αρχικά αποτελέσματα με το cMyC test μοιάζουν πολύ υποσχόμενα για τους ασθενείς που θα μπορούσαν να διαγνωστούν πιο γρήγορα και να αντιμετωπιστούν ή να καθησυχαστούν και να γυρίσουν σπίτι.
Πρόσθεσε ότι χρειάζεται περαιτέρω έρευνα πριν συσταθεί η εξέταση ως αντικαταστάτρια του τεστ τροπονίνης.

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Cardiac tamponade



Cardiac tamponade: a clinical challenge
Cardiac tamponade results from an accumulation of pericardial fluid under pressure, leading to impaired cardiac filling and haemodynamic compromise. Findings during physical examination are included in Beck´s triad (sinus tachycardia, elevated jugular venous pressure, low blood pressure) and pulsus paradoxus. Cardiac tamponade is a clinical diagnosis, but assessment of the patient’s condition and diagnosis of the underlying cause of the tamponade can be obtained through lab studies, electrocardiography, echocardiography, or other imaging techniques. The treatment of cardiac tamponade is the removal of pericardial fluid to help relieve the pressure surrounding the heart.
Topic(s):
Pericardial Disease
Causes
The pericardium is a double-walled sac containing the heart and the roots of the great vessels and is composed of a visceral and parietal component. The pericardial space enclosed between the two serosal layers normally contains up to 50 mL of serous fluid. It provides lubrication and protection from infection. Pericardial diseases may be isolated or part of a systemic disease. Cardiac tamponade is a life-threatening condition due to slow or rapid pericardial accumulation of fluid with subsequent compression of the heart [1].
The causes of pericardial fluid accumulation leading to cardiac tamponade are idiopathic, infectious, immune-inflammatory, neoplastic disease, post-cardiac surgery, trauma, renal failure, aortic dissection and miscellaneous (chronic renal failure, thyroid disease, amyloidosis) [2-4]. The most common causes of tamponade are pericarditis (infection and non-infection), iatrogenic (cardiac invasive procedures and post-surgery), and malignancy [5]. More rare causes are collagen diseases (systemic lupus erythematosus, rheumatoid arthritis, scleroderma), radiation, aortic dissection, uraemia, post-myocardial infarction and bacterial infection [2]. Causes of effusion with a high incidence of progression to tamponade include bacterial, fungal, human immunodeficiency virus-associated infections, bleeding, and cancer involvement [3]. For all patients, infectious diseases are still the most common cause of pericardial tamponade but, due to an increasing number of cardiac interventional procedures (cardiac ablation, device lead implantation and percutaneous coronary intervention), the incidence of haemopericardium seems to be increasing.
Signs
The key element which determines the clinical presentation is the rate of fluid accumulation relative to pericardial stretch and the effectiveness of compensatory mechanisms. Thus, cardiac tamponade comprises a continuum from an effusion causing minimal effects to one causing circulatory collapse. The stiffness of the pericardium determines fluid increments precipitating tamponade [6,7]. The pericardial strain-stress curve is depicted in Figure 1. There is a slow phase and a steep rise, leading to critical cardiac compression. Thus, rapid accumulation of as little as 150 mL of fluid can result in a marked increase in pericardial pressure and can severely impede cardiac output. In contrast, 1,000 mL of fluid may accumulate over a longer period without any significant effect on diastolic filling of the heart. This is due to adaptive stretching of the pericardium over time. A compliant pericardium can allow considerable fluid accumulation over time without haemodynamic compromise.

Figure 1. Cardiac tamponade.
Pericardial strain-stress curves illustrating that the pericardium has some degree of elasticity. When the elastic limit is reached the intrapericardial pressure rises. The left-hand panel shows the pressure-volume curve with rapidly increasing pericardial fluid whereas the right-hand panel shows a slower rate of pericardial effusion.
 Several signs may be present during examination depending on the time of fluid accumulation. The classic signs in cardiac tamponade are included in Beck’s triad of hypotension, jugular venous distension, and muffled heart sounds. Other clinical signs in a patient with cardiac tamponade include tachycardia, pulsus paradoxus, decreased electrocardiographic voltage with electrical alternans and an enlarged cardiac silhouette on chest X-ray with slow-accumulating effusions [8-10].
The pathophysiological and haemodynamic explanation for the above-mentioned findings is as follows.
During fluid accumulation, left- and right-sided atrial and ventricular diastolic pressures rise, and equalise the pressure similar to the pericardial sac (20-25 mmHg). The equalisation is closest during inspiration. Thus, pericardial pressure dictates intracavitary pressure leading to a progressive decline in cardiac volumes. The decreased preload accounts for the reduced stroke volume and compensatory increased contractility, and tachycardia is not enough to maintain stroke volume, thus leading to reduced cardiac output. Since the filling pressure in the right side of the heart is lower than in the left side of the heart, filling pressure increases more rapidly in the right than in the left side of the heart. Pulsus paradoxus is an abnormal decline (>10 mmHg) in systemic arterial pressure during inspiration. Normally, the intrathoracic pressure decreases during inspiration which allows blood to flow easily into the right heart. Conversely, the left heart filling decreases during inspiration, as the intrapericardial volume is fixed. During expiration, the intrathoracic pressure increases which leads to less right heart filling and augments filling of the left heart chambers. When fluid accumulates in the pericardial space, the intrapericardial pressure increases. This leads to a compression of the right heart, increasing the right heart pressure. Thus, the right heart filling is now relying more heavily on the decreased intrathoracic pressures during inspiration to fill, exaggerating the blood pressure change. The interventricular septum shifts to the left during inspiration and encroaches on the left ventricle, leading to a further reduction in stroke volume of the left ventricle [11].
The underlying process for the development of tamponade is a marked reduction in diastolic filling, which results when transmural distending pressures become insufficient to overcome increased intrapericardial pressures. Tachycardia is the initial cardiac response to these changes to maintain the cardiac output.
Systemic venous return is also altered during tamponade. Because the heart is compressed throughout the cardiac cycle due to the increased intrapericardial pressure, systemic venous return is impaired and right atrial and right ventricular collapse occurs. Because the pulmonary vascular bed is a vast and compliant circuit, blood preferentially accumulates in the venous circulation, at the expense of left ventricular filling. This results in reduced cardiac output and venous return.
The amount of pericardial fluid needed to impair diastolic filling of the heart depends on the rate of fluid accumulation and the compliance of the pericardium.
Small effusions are seen posteriorly and are typically less than 10 mm in thickness (pericardial pressure <10 mmHg). Moderate effusions tend to be posterior and may be circumferential and are usually 10-20 mm in thickness (pericardial pressure <10 mmHg), whereas large effusions tend to be circumferential and greater than 20 mm in thickness (pericardial pressure >15 mmHg).
Symptoms
The symptoms of cardiac tamponade vary with the length of time over which pericardial fluid accumulates. As depicted in Figure 1, a rapid accumulation of fluid in the pericardium quickly leads to a steep rise in pericardial pressure, whereas a slower accumulation of fluid takes longer to reach critical or symptomatic pericardial pressure [12,13]. Thus, the haemodynamic impact of an effusion ranges from none or mild to cardiogenic shock which leads to a clinical presentation ranging from acute to subacute. Acute or rapid cardiac tamponade is a form of cardiogenic shock and occurs within minutes. The symptoms are sudden onset of cardiovascular collapse and may be associated with chest pain, tachypnoea, and dyspnoea. The decline in cardiac output leads to hypotension and cool extremities. The jugular venous pressure rises which may show as venous distension at the neck and head. Acute cardiac tamponade is usually caused by bleeding due to trauma, aortic dissection or is iatrogenic.
Chronic fluid accumulation or subacute cardiac tamponade is characterised by the patients being more asymptomatic in the early phase but, when the pressure rises above the pericardial stretch point (Figure 1), they complain of dyspnoea, chest discomfort, peripheral oedema, fatigue, or tiredness, all symptoms attributable to increased pericardial pressure and limited cardiac output.  
Diagnosis
Prompt diagnosis is the key to reducing the mortality risk for patients with cardiac tamponade. Although cardiac tamponade is a clinical diagnosis, echocardiography (Figure 2) provides useful information and is the cornerstone during evaluation (availability, bedside, and treatment). However, cardiac tamponade is associated with a variety of abnormalities that lead to changes on the electrocardiogram (ECG), chest X-ray, and on echocardiography. Abnormalities of tamponade on the ECG are typically low voltage and electrical alternans. However, reduced voltage can also be seen among other conditions such as infiltrative myocardial disease and emphysema, whereas electrical alternans characterised by beat to beat alterations in the QRS complex caused by swinging of the heart is specific, but not sensitive for tamponade. The chest X-ray reveals a normal cardiac silhouette until the effusions are at least moderate in size (~200 mL). In general, an enlarged cardiac silhouette is neither sensitive nor specific for the diagnosis of cardiac tamponade.
Echocardiographic techniques remain the standard non-invasive method to establish the diagnosis and can be used to visualise ventricular and atrial compression abnormalities as blood cycles through the heart [14]. An effusion appears as a transparent separation between the parietal and visceral pericardium during the cardiac cycle. Physiologic pericardial fluid may only be visible during ventricular systole, whereas effusions exceeding 75-100 mL are visualised throughout the cardiac cycle.

Figure 2. Two-dimensional echocardiogram illustrating cardiac tamponade with right atrium collapse or indentation (arrow).
 The following may be observed with two-dimensional echocardiography:-
 1) Early diastolic collapse of the right ventricular free wall
 2) Late diastolic compression/collapse of the right atrium
 3) Swinging of the heart in the pericardial sac
 4) Dilated inferior vena cava with minimal or no collapse with inspiration
 5) A greater than 40% relative inspiratory augmentation of blood flow across the tricuspid valve
 6) A greater than 25% relative decrease in inspiratory flow across the mitral valve
 7) Septal bounce into the left ventricle during inspiration
 Transoesophageal echocardiography is also useful in patients where transthoracic echocardiography is non-diagnostic. It is typically used in post-cardiac surgery patients suspected of having loculated effusions containing clots. Additional imaging with magnetic resonance or computed tomography is normally not necessary to diagnose cardiac tamponade, but can be used as second-line imaging in cases of complex or loculated effusions and evaluation of associated or extracardiac diseases or findings. Depending on the underlying cause of the pericardial fluid, lab test and analysis of the pericardial fluid can supply diagnostics. However, most effusions are transudate and do not yield the underlying cause, but it is good practice to analyse the pericardial fluid for white blood cell count, haematocrit, malignant cells and protein content [14,15].
Treatment
When tamponade is present or threatened, clinical decision making requires urgency, and the threshold for pericardiocentesis should be low. The treatment of cardiac tamponade is drainage, preferably by needle paracentesis with the use of echocardiographic or another type of imaging, such as fluoroscopy [14,16]. The needle tip is evident on imaging, and imaging can thus be used to identify the optimal point to perform the centesis [17]. Imaging guidance allows the operator to select the shortest and safest route to the effusion. Open surgical drainage is normally not necessary, but based upon local preference and experience, and is desirable if intrapericardial bleeding is present, when there is a clotted pericardium and if needle centesis is difficult or ineffective. Treatment should be individualised, and thoughtful clinical judgement is essential. Patients with large effusions with minimal or no evidence of haemodynamic compromise may be treated conservatively with careful follow-up and monitoring, and therapy aimed towards the underlying cause. Thus, patients with apparently idiopathic pericarditis and mild tamponade could be treated for a period with non-steroidal anti-inflammatory drugs (NSAID) and colchicine in the hope that the effusion will shrink. The same approach or strategy could be performed in patients with connective tissue or inflammatory diseases. Unfortunately, there are no proven effective medical therapies to reduce an isolated effusion. In the absence of inflammation, NSAID, colchicine and corticosteroids are generally not effective [14]. Pericardiocentesis alone may be necessary for the resolution of large effusions, but recurrences are also common, and surgical pericardiectomy or less invasive options (i.e., pericardial window) should be considered whenever fluid reaccumulates, becomes loculated, coagulopathy is present, or biopsy material is required [14]. Loculated effusions due to bleeding are difficult to drain sufficiently with a closed approach, whereas surgical drainage affords the opportunity to correct the source of the bleeding.  
Once tamponade is diagnosed, management should be orientated toward urgent pericardiocentesis. Preparing the pericardiocentesis, intravenous hydration and positive inotropes can be used temporarily, but should not be allowed to substitute for or delay pericardiocentesis. The risk and benefits of needle centesis should be considered in patients with anticoagulation therapy or if coagulopathy is present. Mechanical ventilation should be avoided due to a further decrease in cardiac output [16]. In case of cardiac arrest due to tamponade, external cardiac compression has limited or no value because there is little room for additional filling [18]. 
A triage system has been proposed by the ESC Working Group on Myocardial and Pericardial Diseases in order to guide the timing of the intervention and the possibility of transferring the patient to a referral centre [1]. This triage system is essentially based on expert consensus and requires additional validation in order to be recommended in clinical practice.